ἔμψυχρος

ἔμψῡχ-ρος, ον,
A cold, Hp.Epid. 6.6.2: [comp] Comp., Thphr.Sens.53.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έμψυχρος — ἔμψυχρος, ον (Α) αυτός που έχει μέσα του ψύχος, ψυχρός, κρύος, πολύ δροσερός …   Dictionary of Greek

  • ἔμψυχρον — ἔμψυχρος cold masc/fem acc sg ἔμψυχρος cold neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμψυχροτέρους — ἔμψυχρος cold masc acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμψυχρότερος — ἔμψυχρος cold masc nom comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.